Ούτε ένα αληθινό δάκρυ

Τρίτη, 28 Σεπτέμβριος 2021 15:37 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ

Εμίσεψε το γιασεμί το τιμημένο ξύλο
πού ’καμε το χρυσό καρπό και τ’ ασημένιο φύλλο
(Κρητικό δίστιχο)

 

Τί δεν γράφτηκε, δεν ειπώθηκε για τον πραγματικά μεγάλο μουσουργό, τον περίπυστον (= γνωστόν παντού, εξακουσμένον, περίφημον) Μίκη Θεοδωράκη επ’ ευκαιρία του θανάτου του στα 96 του χρόνια. Όλοι οι δίαυλοι, κρατικοί και ιδιωτικοί, μεγάλοι και μικροί, κεντρικοί και επαρχιακοί για ημέρες πολλές απ’ το βράδυ ως το πρωί κι απ’ το πρωί ως το βράδυ δεν είχαν τίποτ’ άλλο από τον Θεοδωράκη. Το ίδιο και όλοι οι ραδιοφωνικοί σταθμοί, κεντρικοί και επαρχιακοί, καθώς και τα διάφορα έντυπα, εφημερίδες και περιοδικά. Δεν έμεινε κανείς να μη γράψει. Και όλοι συναγωνίζοντο στις υπερβολές κι έκαναν λες και είχαν σεληνιαστεί, που έλεγαν στο χωριό μου. Δεν λέω να μην αναφερθούν στο γεγονός και να μην κάνουν αφιερώματα. Να κάνουν και το άξιζε ο Μίκης. Αλλά σ’ όλα πρέπει να υπάρχει μέτρο, ιδιαίτερα σε ό,τι σχετίζεται με τον θάνατο, κι εδώ δεν υπήρξε. Όμως αυτή η υπερβολή (κακό) είχε κι ένα καλό. Άλλωστε το έλεγε ο αρχαίος «οὐδὲν κακὸν ἀμιγὲς καλοῦ». Και το καλό στην ιστορία αυτή είναι ότι ξεχάσαμε για λίγες ημέρες τον κορονοϊό. Δεν μας βομβάρδιζαν μ’ αυτόν, άλλη βλακεία και υπερβολή είκοσι μήνες τώρα ώστε κατάντησε γελοιότητα;

Οι πάντες λοιπόν έλεγαν και αναφέρονταν στο Μίκη, όλα είχαν ξεχαστεί και δεν υπήρχε παρά μονάχα ο Μίκης. Και τί δεν είπαν. Ο μέγας, ο τρισμέγιστος, ο ύψιστος, ο θεός. Τα ίδια που λένε για τους ποδοσφαιριστές και τους τσιτσιπάδες (ο αρχαίος Έλληνας, ο νέος θεός, ο καινούριος Μέγας Αλέξανδρος, ο βασιλιάς, ο παιχταράς, αποθέωση, μύθος, ο πλανήτης υποκλίνεται) και πολλά άλλα που δεν είχαν τελειωμό. Και δηλώσεις από μικρών παιδιών μέχρι πρωθυπουργών και προέδρων δημοκρατίας, πρώην και νυν. Να μην αφήσουν τίποτα να πέσει κάτω. Το χειρότερο όλων όμως, νομίζω, ότι απ’ όλ’ αυτά απουσίαζε η εσωτερικότητα, η ιερότητα που επέβαλε το γεγονός. Αλλά αρβάλα, επίδειξη, εικόνα, εντυπωσιασμός, εκμετάλλευση και προβολή που καταντούσε πρόκληση. Τα έβλεπες κι έβγαζες αβίαστα το συμπέρασμα ότι τίποτα πια δεν είναι όπως πρώτα, όπως παλιά. Όπως από τη βαθειά αρχαιότητα μέχρι τις μέρες μας σχεδόν. Διότι αν ανοίξουμε τον Όμηρο και δούμε το θρήνο της Εκάβης, της Ανδρομάχης, της Ελένης και των άλλων για τον Έκτορα (Εσύ στον Κάτω Κόσμο πας κι εμένα σε βαρύ καημό μ’ αφήνεις, λέει η Ανδρομάχη, Ιλιάδα Χ482), το άσμα του Ορφέα που κλαίει την Ευρυδίκη, τον Σοφοκλή στην Ηλέκτρα και διαβάσουμε τον ολοφυρμό της μπροστά στην τεφροδόχο του αδελφού της του Ορέστη ή το θρήνο της Αντιγόνης γιατί πεθαίνει άκλαυτη (ἀδάκρυτον δ’ οὐδεὶς φίλων στενάζει), τον Θουκυδίδη στον Επιτάφιο να δούμε τις «ἀπολοφυρόμενες» (θρηνούσες) γυναίκες (η ίδια η ετυμολογία της λέξεως δείχνει την τραγική μοίρα, την τραγωδία μας, κι εκείνο το φωνήεν οείναι του πόνου), περάσουμε στον Επιτάφιο Θρήνο για τον Θεάνθρωπο που τόσο μας συγκινεί πάντα, πάμε στο Δημοτικό μας Τραγούδι και δούμε μια άσημη μοιρολογίστρα του καιρού και του λαού μας, Κρητικιά ή Μανιάτισσα, ή σε γνήσια ποιητικά δημιουργήματα οποιουδήποτε δημιουργού, θαρρείς και καταλυούνται οι αιώνες και γεφυρώνονται οι διαφορές τού τότε με το σήμερα και συναντιούνται οι φωνές στο μοιρολόι, στο θρήνο, το δάκρυ που είναι συνυφασμένο με τον Έλληνα. Και δάκρυ που βγαίνει απ’ την καρδιά κάνει και «τις πέτρες να δακρύζουν».

Όμως στον θάνατο του Μίκη τίποτα, λέω, δεν ήταν όπως παλιά, όπως άλλοτε, αλλά όλα αλλοιωμένα, αλλοτριωμένα, παράξενα. Ως και σκοτωμός έγινε για το ποιό γραφείο τελετών θα αναλάβει την κηδεία. Και να το δείχνουν για ώρες. Να κουβεντιάζουν για το πού θα ταφεί και τελικά να καλείται το δικαστήριο να αποφανθεί. Απ’ αυτό και μόνο καταλαβαίνει κανείς σε ποιόν κόσμο ζούμε. Και όλα σε μας τα απαίσια πλάσματα – όπου μπροστά μας τα θηρία, τα λεοντάρια, οι κροκόδειλοι, οι κόμπρες ωχριούν – να μας φαίνονται απολύτως φυσιολογικά.

Το ακόμη χειρότερο όμως, κατά τη γνώμη μου, ήταν ότι κανένας δεν άφησε ένα δάκρυ. Ένα αληθινό δάκρυ που είναι το κύριο γνώρισμα στις κηδείες και με το οποίο μετριέται η λύπη. Και σού ’ρχεται να ειπείς ότι αυτός που έφυγε αξίζει όσο τα δάκρυα που κύλησαν απ’ τα μάτια των ανθρώπων. Και εδώ κανένας δεν έκλαψε. Ούτε η κόρη του ούτε ο γιός του. Να δείξει ότι του λείπει ο άνθρωπός του πρώτα πρώτα κι απόκοντα όλοι οι άλλοι. 

Επιδιώκω να πηγαίνω στις κηδείες. Και βλέπω ότι στην κηδεία οποιουδήποτε απλού ανθρώπου, όσο μεγάλης ηλικίας να είναι, κάποιοι κλαίνε και κλαίνε αληθινά. Και όσο πιο αληθινό το κλάμα και το δάκρυ τόσο πιο αξιόλογος μου φαίνεται ο άνθρωπος που έφυγε. Θυμηθείτε τί έγινε στο θάνατο του Μάρκου Μπότσαρη, του λόρδου Βύρωνα, του Θεοδώρου Κολοκοτρώνη. Ακόμα και στου δικτάτορα Ιωάννη Μεταξά τον θάνατό του ολόκληρη η Ελλάδα πάγωσε. Αν δείτε εφημερίδες της εποχής εκείνης θα μείνετε κατάπληκτοι, και δεν κάνω συγκρίσεις. Απλώς το γεγονός επισημαίνω κι αναρωτιέμαι μήπως είμαι προκατειλημμένος. Πάντως το κριτήριο μια ’μένα του πόσο αξιόλογος είναι ένας άνθρωπος το βλέπω στο δάκρυ. Στον Όμηρο όλοι οι ήρωες κλαίνε. Αφού χόρτασαν το κλάμα γράφει. Και εδώ κανένας δεν άφησε ένα αληθινό δάκρυ. Ούτε καν προσποιητό. Και για ’μένα πάλι δεν έχει τίποτα πιο αληθινό από το αληθινό δάκρυ, που το έχει μόνον ο άνθρωπος, αφού μόνον αυτός κλαίει. Το πιο ιερό, το πιο θαυμαστό, εκείνο που τα ξεπλύνει όλα είναι το δάκρυ, ενώ εδώ έβλεπες την αντίθεση. Έβλεπες ότι όλοι μιλούσαν κι έκαναν θέατρο, μιλούσαν από φανατισμό που είναι ο τύραννος του ανθρώπου. Ξέσπασμα είχαμε, συναισθηματισμό όχι. Ως και αποδοκιμασίες είδαμε στην Πρόεδρο της Δημοκρατίας, που και αυτή και οι υπόλοιποι το γεγονός έσπευσαν να εκμεταλλευτούν και να φανούν. Ο σεισμογράφος των ψυχών τους δεν κατέγραψε καμμία ψυχική δόνηση. Και τώρα που γράφω αυτά τα πεζά τα μάτια μου βουρκώνουν μπροστά στο θάνατο του Μίκη και για την κατάντια που περιήλθε η Ελλάδα.

Υπερβολές που τελικά κάνουν κακό στον ίδιο το νεκρό. Και αν άξιζε, που άξιζε πολύ, μα πάρα πολύ ο Μίκης, τον μειώνουν ν’ ακούς συνέχεια ο ύψιστος, ο παμμέγιστος, ο παγκόσμιος. Τον ρεζιλεύουν. Ασεβούν. Άλλωστε μπροστά στο θάνατο είμαστε όλοι ένα, ίσοι με τη μεζούρα και με το αλφάδι. Και τούτη τη στιγμή απλώς κάνω μια μελέτη με τον εαυτό μου μπροστά στο θάνατο. Μια παρατήρηση πέστε. Και είδα ότι το δάκρυ έλλειπε. Και το δάκρυ δεν είναι προϊόν σκέψης. Δεν το ελέγχεις, βγαίνει μόνο του. Είναι καταφύγιο της ψυχής. Και ό,τι υψηλό και ωραίο δημιούργησε ο άνθρωπος έγινε γιατί αρδεύτηκε από τις πηγές των δακρύων. Αυτό το δάκρυ ήθελα να ιδώ και δεν το είδα. Το δάκρυ μιας μάνας. Αυτή είναι κηδεία, και σκέψεις, τούτα που λέω, τυραννικές, βαθύτερες. 

Κλείνω με αυτό που και παραπάνω είπα. Ότι δηλαδή τίποτα δεν είναι όπως πρώτα, όπως παλιά. Όλα αλλοιωμένα, αλλοτριωμένα, παράξενα.
 
 

 
      

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΑΡΘΡΑ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Koutsoviti