Η κυρά με τα σύκα

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 18 Σεπτέμβριος 2020 11:56 | | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Η κυρά με τα σύκα

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια κυρά που ζούσε σε ένα κεφαλοχώρι. Είχε χωράφια με συκιές και της άρεσε να τις φροντίζει. Πίστευε ότι η γης, τα δέντρα και οι καρποί τους είναι μεγάλη ευλογία για τον άνθρωπο. Ήθελε να μαζεύει τα σύκα, όταν ήταν η εποχή τους, να φτιάχνει με αυτά πολλά καλούδια και να τα εμπορεύεται.

Μια μέρα η κυρά φώναξε ένα παλικάρι, που ήταν γείτονάς της. Είχε κι αυτός συκιές. Του είπε «Αποφάσισα να αξιοποιήσουμε τις συκιές μας. Θα αποξηραίνουμε τα σύκα, θα τα συσκευάζουμε και θα τα πουλάμε στην πολιτεία. Με τις κοπέλες του χωριού θα φτιάχνουμε γλυκά του κουταλιού, και μαρμελάδες. Εσύ μαζί με άλλους χωρικούς θα τα φορτώνετε σε κάρα, θα πηγαίνετε στην πολιτεία και θα τα πουλάτε. Έτσι, θα γίνει γνωστό το καλό σύκο παντού και πολλοί άνθρωποι από το χωριό θα βρούνε δουλειά».

Ο γείτονας της είπε: «Είσαι έξυπνη, κυρά μου, και η πρότασή σου μου αρέσει. Θα κάνουμε πράξη εκείνο που σκέφτηκες». Η κυρά είπε: «Υπάρχει μόνο ένα εμπόδιο». Το παλικάρι της λέει: «Τι είναι αυτό; Να το ακούσω κι αν μπορώ να βοηθήσω». Η κυρά του λέει: «Την εποχή της συγκομιδής, τρεις νεράιδες παρουσιάζονται στα χωράφια μου και κάνουν ζημιές. Κάποτε τις διώχνω με αγιασμό, άλλοτε με λιβάνι και προσευχές. Μα αυτό είναι κάτι προσωρινό. Εκείνες ξαναπαρουσιάζονται. Πρέπει να φύγουν μια για πάντα από δω».

Το παλικάρι είπε: «Για να φύγουν οι νεράιδες, πρέπει να τους πάρουμε τα πέπλα τους. Είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχουν. Χωρίς αυτά δεν μπορούν να γυρίσουν στο νεραϊδότοπο. Έτσι, θα μας παρακαλάνε να τους τα δώσουμε. Εμείς θα το κάνουμε, μόνο αν αυτές υποσχεθούν ότι δε θα ξαναπατήσουν εδώ το ποδάρι τους». Η κυρά είπε: «Καλή η ιδέα σου, παλικάρι μου. Αλλά πως θα πάρουμε τα πέπλα, που τα φορούν ολοένα στο κεφάλι τους;» «Δεν τα φορούν ολοένα, κυρά μου. Τα βγάζουν όταν πάνε στις πηγές και λούζονται. Θα τις παραφυλάξω και θα τα αρπάξω». Η κυρά είπε: «Αν τα καταφέρεις, παλικάρι μου, θα σε κάμω πλούσιο από το εμπόριο του σύκου». Αυτός είπε: «Θα τα καταφέρω. Αύριο το βράδυ, που έχει ολόγιομο φεγγάρι, θα βρεθώ στις πηγές. Μετά, μη σε μέλλει».

Έτσι, το άλλο βράδυ το παλικάρι δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για τις πηγές του χωριού. Σαν έφτασε εκεί, κρύφτηκε πίσω από κάτι θάμνους και περίμενε. Λίγο πριν τα μεσάνυχτα φανήκανε εκεί τρεις πεντάμορφες νεράιδες. Μόλις της είδε το παλικάρι, κόντεψε να χάσει το μυαλό του από την ομορφάδα τους. Μα σε λίγο ήρθε πάλι στα συγκαλά του. Είπε: «Για άλλη δουλειά ήρθα εγώ εδώ και πρέπει να την κάνω».

Οι νεράιδες χόρευαν πλάι στις πηγές κι ανέμιζαν τα αραχνοΰφαντα ρούχα τους, τα ξέπλεκα μακριά μαλλιά τους, τα πέπλα τους. Μια από αυτές είπε: «Βγάλτε τα σκουτιά και τα πέπλα σας να λουστούμε στα τρεχούμενα νερά. Θα τα αφήσουμε σε εκείνους τους θάμνους και μετά τα παίρνουμε».

Μόλις άκουσε το παλικάρι την κουβέντα αυτή, ξάπλωσε χάμω, για να μην τον δουν. Κρατούσε την ανάσα του. Αν τον έπιαναν, γύρευε τι θα του έκαναν. Τότε η μικρή νεράιδα πήρε τα πέπλα και τα ακούμπησε στους θάμνους. Είπε στις άλλες: «Τα απιθώνω εδώ, αδερφές μου. Μόλις τελειώσετε το λουτρό, ελάτε να τα πάρετε». Εκείνες της έγνεψαν να πάει κοντά τους. Έτσι κι έκανε.

Το παλικάρι με προσοχή έβαλε το χέρι του στην κορφή των θάμνων. Άρπαξε το πρώτο πέπλο και μετά το δεύτερο. Το τρίτο κάπου σκάλωσε. Αυτός είπε: «Αν το τραβήξω δυνατά θα κουνηθούν τα κλαδιά κι οι νεράιδες θα με δουν. Μα, δεν πειράζει. Θα το βάλλω στα πόδια κι αυτές θα τρέχουν από πίσω μου και θα με παρακαλάνε να τους δώσω τα πέπλα».

Δίνει τότε ένα τράβηγμα κι αρπάζει το πέπλο. Τα κλαδιά των θάμνων σείστηκαν. Οι νεράιδες τον είδαν και συφοριάστηκαν. Βγήκαν στη στιγμή από τα νερά, φόρεσαν τα σκουτιά τους κι άρχισαν να τον κυνηγούν. Του φώναζαν: «Δώσε μας τα πέπλα μας, παλικάρι κι εμείς θα σου κάνουμε τρεις χάρες». Αυτός φώναξε: «Ορκίζεστε στη νεραϊδομάνα σας ότι θα τηρήσετε το λόγο σας;» Εκείνες αποκρίθηκαν: «Στο όνομα της νεραϊδομάνας μας!».

Τότε το παλικάρι σταμάτησε να τρέχει κι είπε: «Πρώτη χάρη: Θέλω να μην ξανακάνετε ζημιές στις συκιές της κυράς, στις δικές μου και των συγχωριανών μου. Δεύτερη χάρη: Θέλω φροντίζετε τα δέντρα μας. Τρίτη χάρη: Θέλω να λουστώ σε νεραϊδοπηγή. Λένε ότι όποιος λούζεται εκεί αποκτάει παιδιά, υγεία και τύχη». Οι νεράιδες του είπαν: «Όσο για τις συκιές, μην ανησυχείς. Θα τις φροντίσουμε τόσο καλά,  που θα βγάζουν τα πιο νόστιμα και σύκα. Έλα, τώρα, μαζί μας να λουστείς σε μια από τις νεραϊδοπηγές μας».

Το παλικάρι έκαμε ό,τι του είπαν. Ύστερα τους έδωσε τα πέπλα, που δεν τα είχε αποχωριστεί μέχρι εκείνη την ώρα. Οι νεράιδες τα φόρεσαν κι έγιναν άφαντες. Εκείνος γύρισε στο χωριό του.

Το άλλο πρωί, το παλικάρι πήγε στο σπίτι της κυράς και είπε: «Από σήμερα ξεκινάμε τη συνεργασία για το εμπόριο σύκων. Αυτά κι αυτά έγιναν χτες βράδυ με τις νεράιδες. Υποσχέθηκαν να μας βοηθήσουν». Η κυρά ευχαριστήθηκε με όσα άκουσε και όλα έγιναν όπως τα είπε το παλικάρι. Το κεφαλοχώρι έγινε ξακουστό για το εμπόριο των σύκων και για τα συκογλυκά που έφτιαχνε η κυρά κι οι κοπελούδες του χωριού. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Σπανός Γεώργιος