Οι νέραϊδοι

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 15 Ιανουάριος 2021 11:38 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Οι νέραϊδοι

Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα χωριό ζούσε ο Γιάννης. Ήθελε να τιμωρήσει τους νέραϊδους. Πήγαν να πνίξουν τη γυναίκα του.
Ο Γιάννης τη ρώτησε: «Πες μου πως έγινε, γυναίκα;» Αυτή είπε: «Σηκώθηκα να κάνω μπουγάδα. Δεν είχε χαράξει καλά η μέρα. Εκεί που έπλενα, ανοίγει η πόρτα. Μπαίνουνε μέσα τρεις νέραϊδοι.   Με αρπάζουνε. Με σηκώνουν ψηλά». «Γιατί δε φώναζες;» τη ρωτάει. «Μου είχαν πάρει τη φωνή». «Μετά τι έγινε;» ρώτησε ο Γιάννης. «Με πήγανε στο πηγάδι έξω από το χωριό. Με αρπάζουνε από τα μαλλιά και με βουτάνε μέσα. Κόντευα να πνιγώ. Είπα μέσα μου: Παναγιά μου βοήθησέ με». Τότε είδα μια γυναίκα. Με άρπαξε και με τράβηξε έξω. Μου είπε: «Πήγαινε σπίτι σου».
«Θα πάω να τους βρω», λέει ο Γιάννης. Λέει η γυναίκα του: ««Να πας στην κυρά Καλή. Θα σε ορμηνέψει», λέει αυτή. «Θα πάω, γυναίκα», της λέει.
 
Πάει ο Γιάννης στης κυρά Καλής το σπίτι. Αυτή του λέει: «Τι ζητάς;» Αυτός είπε: «Θέλω να μου πεις που θα βρω τους νέραϊδους». Η κυρά του λέει: «Στο πηγάδι, όταν έχει πανσέληνο. Πίνουν, χορεύουν, γλεντάνε». Ο Γιάννης ευχαρίστησε την κυρά Καλή κι έφυγε. Σκεφτόταν τι να κάνει.
«Θα πάω στο σοφό του χωριού», είπε. Μια και δύο πάει στο σοφό. «Γιατί ήρθες;» τον ρώτησε ο σοφός. «Θέλω να τιμωρήσω τους νέραϊδους. Άρπαξαν τη γυναίκα μου. Λίγο έλειψε να την πνίξουν». Ο σοφός είπε: «Οι νέραϊδοι πίνουν και τρώνε πολύ. Είναι ζηλιάρηδες, σαματατζήδες. Θα πας στο πηγάδι. Θα αφήσεις εκεί μια νταμιτζάνα κρασί και ψητό. Θα πιουν, θα φάνε, θα βαρύνουν. Θα αποκοιμηθούν. Εσύ θα πάρεις τα μαντήλια τους. Χωρίς αυτά δε μπορούν να ιδούν τις αγαπητικιές τους, τις νεράιδες. Μεγάλη λαχτάρα να χάσουν τα μαντήλια. Θα ψάξουν να τα βρουν. Αν δεν τα βρουν, θα ανταμείψουν όποιον τους τα πάει». Ο Γιάννης ευχαρίστησε το σοφό κι έφυγε. 
Τη νύχτα, φόρτωσε ο Γιάννης στο άλογό του το ψητό και το βαρελάκι το κρασί. Πήγε στο πηγάδι. Τα άφησε εκεί. Τα μεσάνυχτα φάνηκαν οι νέραϊδοι. Βρήκαν το πιοτί και το φαΐ. Έφαγαν, ήπιαν, αποκοιμήθηκαν. Ο Γιάννης πήρε τα μαντίλια τους κι έφυγε.
 
Ο Γιάννης στο δρόμο βλέπει μια γριά. Είχε χτυπήσει και ήταν χάμω, σαν άψυχη. Κατεβαίνει από το άλογο. Την βάζει μπρούμυτα πάνω στο ζώο. Φτάνει στο καλύβι του. Φωνάζει τη γυναίκα του. Στρώνουν πλάι στο τζάκι. Ζεσταίνουν τη γριά, την τρίβουν και της δένουν την πληγή. Συνήλθε. «Που βρίσκομαι; Ποιος με περιμάζεψε;» ρωτάει η γριά. «Εγώ!» λέει ο Γιάννης.  «Ο Θεός να σε έχει καλά! Τι να κάνω για σένα γιε μου;» Ο Γιάννης της λέει: «Πες μου την καλύτερη κρυψώνα του χωριού».
 
Η γριά είπε: «Στη σκεπή του ναού είναι τρία κεραμίδια ξεκολλημένα. Κρύψε από κάτω ό,τι θες. Μετά βάλε τα κεραμίδια στη θέση τους».  
 
Ο Γιάννης δρόμο πήρε, δρόμο άφησε για την εκκλησιά παραέξω από το χωριό. Έφτασε κι έκρυψε τα μαντήλια. Σαν γύρισε στο χωριό, είδε αναστάτωση. Οι νέραϊδοι είχαν κάνει άνω-κάτω τον τόπο. Έψαχναν τα μαντήλια. Οι χωρικοί είχαν σκιαχτεί. Αμπάρωσαν τις πόρτες των σπιτιών τους.
 
Οι νέραϊδοι έστειλαν ένα νεραϊδοπαίδι στην πλατεία και είπε: «Όποιος βρει τα μαντήλια, που έχασαν οι νέραϊδοι, θα πάρει ένα πουγκί χρυσά φλουριά σήμερα το βράδυ». Όταν το άκουσαν οι χωρικοί, έφαγαν τον τόπο να τα βρουν. Ο Γιάννης τα έδωσε στο νεραϊδοπαίδι. Πήρε το πουγκί κι έγινε πλούσιος. Κι έζησε αυτός καλά κι εμείς καλύτερα.

της Δήμητρας Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland