Τα λυκοκάντζαρα κι η μαμή

Το παραμύθι της εβδομάδας στον «Λακωνικό Τύπο»

Παρασκευή, 05 Μάρτιος 2021 15:13 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τα λυκοκάντζαρα κι η μαμή

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια μαμή. Ζούσε σε ένα χωριό. Ξεγεννούσε τις γυναίκες. Δεν υπήρχε άλλη στο χωριό που να ξέρει τόσο καλά την τέχνη. Ένα βράδυ καθόταν στο παραγώνι κι έπλεκε. Ακούει χτύπο στην πόρτα. Κοιτάει από το παραθύρι, δεν βλέπει κανέναν. Ξανά χτύπος.

Ανοίγει την πόρτα. Τι να ιδεί; Τρεις λυκοκαντζαραίοι ήταν στο κατώφλι. Παραπέρα ένα μουλάρι που έσερνε ένα κάρο. Πάνω στο κάρο μια λυκοκαντζαρίνα κοιλοπονούσε. Τα χρειάστηκε η μαμή, μα δεν έβγαλε μιλιά. «Σου έφερα τη γυναίκα μου να την ξεγεννήσεις. Αλίμονό σου, αν πάθει κάτι», της λέει ένας λυκοκάντζαρος. Η μαμή λέει: «Περάστε στο φτωχικό μου».

Οι δύο λυκοκαντζαραίοι ξεφόρτωσαν τη λυκοκαντζαρίνα από το κάρο. Την έμπασαν στο σπίτι της μαμής. Την ξάπλωσαν σε ένα ντιβάνι στη μέσα   κάμαρα.  «Άντε τώρα κυρά-μαμή να δούμε την τέχνη σου. Και το παιδί να είναι σερνικό. Κοίτα κακομοίρα μη βγάλεις θηλυκό, γιατί θα σε χορτάσω ξύλο. Αν είναι αρσενικό, θα σε χορτάσω χρυσά φλουριά», της είπε ο πατέρας του παιδιού. Φοβήθηκε η μαμή. Μα τι να κάνει;

Τους λέει: Εσείς βγείτε από την κάμαρα. Αφήστε με να κάνω τη δουλειά μου. Δεν κάνει να είσαστε εδώ. Δυσκολεύετε την ετοιμόγεννη. Μετά η μαμή ετοίμασε τα χρειαζούμενα για να ξεγεννήσει τη λυκοκαντζαρίνα. Σαν βγήκε το παιδί με το καλό, η μαμή φώτισε με το λυχνάρι το κορμί του. Είδε ότι ήταν θηλυκό. «Τι θα κάνω, Παναγία μου;» είπε. Το σκέφτηκε. Της ήρθε μια ιδέα για να γλιτώσει το ξύλο. Είπε: «Βρε, θα το κάνω σερνικό το παιδί στο άψε σβήσε».

Στην κάμαρα είχε μια λαμπάδα. Την άναψε και την άφησε λίγο να καεί. Μετά έκοψε η μαμή με το χέρι της ένα κομμάτι της λαμπάδας. Το έπλασε. Το έφτιαξε να μοιάζει με σερνικού σημάδι. Το έβαλε να σταθεί εκεί που έπρεπε. Έσβησε το λυχνάρι. Άφησε αναμμένο της λαμπάδας το φως. Φώναξε τον λυκοκάντζαρο: «Να σου ζήσει το σερνικό! Καλότυχο να είναι». Εκείνος το κοίταξε. Μέσα στο σκοτάδι του φάνηκε ότι ήταν σερνικό. Της λέει: «Άξια κυρά-μαμή! Φάσκιωσέ το κι έλα να χορέψουμε. Να γλεντήσουμε για το παιδί μου».

Η μαμή έκανε όπως της είπε. Πρώτα τύλιξε το παιδί με τις φασκιές. Ύστερα πιάστηκε στο χορό με τους λυκοκάντζαρους. Μετά τους λέει: «Θα την ντύσω τη λεχώνα στα ζεστά και θα φύγετε. Έχω κι άλλες ετοιμόγεννες να κοιτάξω». Έτσι κι έγινε. Η μαμή έντυσε τη λεχώνα. Την τύλιξε καλά με ρούχα αυτή και το μωρό. Οι λυκοκάντζαροι την ανέβασαν στο κάρο με το μικρό της. Τους σκέπασαν με μια βελέντζα.

Πριν φύγουν είπε ο πατέρας του μικρού: «Έλα, κυρά-μαμή να πάρεις το πουγκί με τα φλουριά που σου έταξα. Ευχαριστήθηκα απόψε». «Να σας ζήσει! Να είναι γερό», είπε αυτή.
Ύστερα, δρόμο πήραν, δρόμο άφησαν οι λυκοκάντζαροι για το δάσος. Η μαμή κοιτούσε από το παραθύρι. Σαν τους είδε να ξεμακραίνουν, ανάσανε. Διπλομαντάλωσε την πόρτα. Έκλεισε τα παράθυρα, μην τυχόν ξαναγυρίσουν. Έβγαλε το πουγκί με τα φλουριά, τα μέτρησε και είπε: «Καλά τα ταχτοποίησα. Γλίτωσα από δαύτους. Αν με παίρνανε χαμπάρι οι λυκοκάντζαροι, θα με μαύριζαν στο ξύλο».

Το άλλο πρωί οι λυκοκάντζαροι έβγαλαν τις φασκιές από το παιδί. Από τη ζέστα κι από το φάσκιωμα το σημάδι από το κερί έλιωσε. Μόλις το είδαν,  είπαν: «Την άτιμη τη μαμή! Μας κορόιδεψε. Για τούτο που έκανες κυρά-μαμή, καρβουνόσκονη να γίνουν τα φλουριά μες στο πουγκί».

Η κατάρα των λυκοκάντζαρων έπιασε. Όταν η μαμή άνοιξε το πουγκί για να ξοδέψει τα φλουριά, βρήκε καρβουνόσκονη. Δεν πρόλαβε να χαρεί τα χρυσά φλουριά των λυκοκάντζαρων. Μα ήταν ολόχαρη, που γλίτωσε το ξύλο. Οι λυκοκάντζαροι δεν την ξαναενόχλησαν. Και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.

Δήμητρα Μπουμποπούλου

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ ΒΙΒΛΙΟ
του Ανδρέα Πετρουλάκη
Το κλίκ της ημέρας
του Ανδρέα Πετρουλάκη
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα

Linardi Anastasia
Spartaland