Τα σακιά

Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διαβάζει… Η Ιωάννα Καρυστιάνη θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πένες της ελληνικής λογοτεχνίας. Εκτιμήθηκε, αγαπήθηκε κι...
Πέμπτη, 10 Μάρτιος 2011 02:00 | E-MAIL ΕΚΤΥΠΩΣΗ
Τα σακιά

Η Λέσχη Ανάγνωσης Σπάρτης διαβάζει…

Η Ιωάννα Καρυστιάνη θεωρείται μια από τις σημαντικότερες πένες της ελληνικής λογοτεχνίας. Εκτιμήθηκε, αγαπήθηκε κι εδραιώθηκε με τη «Μικρά Αγγλία», τον «Άγιο της μοναξιάς», το «Σουέλ».

«Τα σακιά», το νέο της μυθιστόρημα, είναι τα ψυχικά φορτία, που κουβαλάμε όλοι μας, άλλος μικρότερα, άλλος μεγαλύτερα.

«Δεν πιστεύω ότι υπάρχουν άνθρωποι που δεν σηκώνουν ένα βαρύ σακί, γεμάτο καημούς, πόθους και κρίματα και δεν πιστεύω ότι υπάρχουν πεντακάθαρες συνειδήσεις», λέει η ίδια σε μια συνέντευξή της.

Το βιβλίο αναφέρεται στη βαθιά τραυματική σχέση δύο ανθρώπων με διαλυμένες ζωές, μιας μάνας και του γιού της.

Η μάνα, Βιβή Χολέβα «που σηκώνει 52 χρόνια κούρασης και 78 κιλά λύπης» κι ο γιος, ο Λίνος. Κι ενώ το μυαλό του αναγνώστη πηγαίνει στο Λίνο, το σπουδαίο μουσικό της μυθολογίας, σ’ αυτόν που αντικατέστησε τις χορδές από λινάρι με χορδές από έντερο, μαθαίνει από τις πρώτες σελίδες ότι αυτός ο Λίνος, ο ήρωας του βιβλίου, δεν έχει καμία σχέση με κάτι καλό κι αγαθό, αλλά αντίθετα έχει επιδείξει ακραία παραβατική συμπεριφορά. Το επίθετό τους είναι γνωστό στο πανελλήνιο, όχι όμως για κάποιο επίτευγμα. Το επίθετο Χολέβας ταυτίστηκε με κάτι κακό κι ασυγχώρητο.

Η υπόθεση του βιβλίου συνοψίζεται, προς το τέλος του, με μια φράση «ορθά κοφτά»: «τρεις βιασμοί, ένας φόνος, κάρφωμα από τη μάνα, ισόβια». (σελ.350)

Ο ισοβίτης παίρνει την πρώτη του άδεια και η Βιβή πηγαίνοντάς τον 5ήμερη εκδρομή στους Δελφούς προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει γέφυρες επικοινωνίας με το παιδί της, ένα σημείο επαφής. Εκτός αυτού αγωνίζεται επίσης να του προκαλέσει θαυμασμό για τις ελληνικές αρχαιότητες, ώστε να έχει κάποιο ενδιαφέρον στην υπόλοιπη, εντός της φυλακής, ζωής του. «Σωτήριον ενδιαφέρον», το ονομάζει η ίδια. Μα ο Λίνος έχει «στο στόμα λουκέτο και στο βλέμμα τσιμέντο».

Η ιστορία του βιβλίου εκτυλίσσεται σ’ αυτές τις μέρες της εκδρομής, αλλά ο χρόνος της αφήγησης γυρίζει προς τα πίσω, στην Ελλάδα του ’60, του ’70 αλλά και σ’ αυτή του ’90. Σ’ αυτή την αναδρομή εγκιβωτίζει  πολιτικές καταστάσεις, νοοτροπίες, αλλά και σπίτια, ντυσίματα, γενικά την αισθητική της εποχής.

Το στοιχείο όμως που προξενεί το αναγνωστικό ενδιαφέρον, είναι οι άνθρωποι. Τι αποκρύπτουν οι πρωταγωνιστές, πώς οδηγήθηκαν στα άκρα, σε τι αποσκοπούν; Τι ρόλο έπαιξε το ευρύτερο περιβάλλον; Γονείς, φίλοι, θείοι, ξαδέρφια, παππούδες, γιαγιάδες, η νονά. Μια οικογένεια με εξαιρετικά μεγάλη συναισθηματική στενότητα, μια ομάδα συγγενών που ζει μέσα στη δυσαρέσκεια και τη δυσφορία, μέσα στην άγνοια της δυνατότητας για κάτι καλύτερο, μέσα στη μοναξιά, την πίκρα, την οργή.

Ο Λίνος ορφανός από τα οκτώ του, μεγαλώνει με το φάντασμα του αριστερού νεκρού πατέρα. Από τα οκτώ του τον στοιχειώνουν τα ζντουπ και τα γκουπ, ο ήχος των φτυαριών που ρίχνουν χώμα στον τάφο του μπαμπά του.

Τώρα, ισοβίτης πια, είναι αδιάφορος για τη ζωή. Το δικό του σακί είναι φορτωμένο ως επάνω, δεμένο γερά με το κορδόνι ενός παπουτσιού, το κορδόνι που έπνιξε το θύμα του.

Το σακί της μάνας έχει περιθώριο να γεμίσει κι άλλες πίκρες…
Η μάνα Βιβή έχει αποτύχει οικτρά στο ρόλο της μητέρας. Επιχειρεί να βρει την αρχή της αποτυχίας. Πέρασε τη ζωή της δουλεύοντας, χωρίς να κανακεύει το παιδί της, χωρίς να το χαϊδεύει, χωρίς να του στέλνει ένα βλέμμα θαυμασμού. Όταν βρίσκεται προ των ευθυνών της, αντιλαμβάνεται ότι υπήρξε χορηγός κι όχι γονιός. Παρούσα-απούσα, τρελαίνεται με τις ενοχές της για όσα δεν μπόρεσε να προσφέρει στο μοναχογιό της. Πριν όμως ακυρώσει τη ζωή του γιού της είχε ακυρώσει τη δική της…
Είναι δυνατόν μια σχέση αδιαφορίας ανάμεσα στη μάνα και το παιδί της, μια σχέση «πριονισμένη», να γίνει ξαφνικά ουσιαστική κι αγαπησιάρικη;
Η απάντηση στις σελίδες του βιβλίου…
Η συγγραφέας ούτε συμπονεί ούτε φέρεται άπονα στους ήρωές της. Δεν παρεμβαίνει στην αφήγηση, δεν σχολιάζει, δεν παίρνει θέση. Δεν επεδίωξε να φανεί ούτε ψυχολόγος ούτε κοινωνιολόγος. «Λογοτέχνης είμαι, όχι δικαστής. Εξ άλλου το λέω ξεκάθαρα στο βιβλίο, τα εγλήματα είναι ασυγχώρητα. Μόνη κάθαρση είναι το άλγος καθαυτό, η τιμωρία της συνείδησης, παντοτινή και πέραν της ποινής του δικαστηρίου».
Το βιβλίο μάς γεννά πληθώρα προβληματισμών και μας προτείνει να στοχαστούμε.
Απ’ την άλλη, κατά τη γνώμη μου, είναι και βαθιά πολιτικό έργο. Όταν διαβάζεις τη βία της γλώσσας των ηρώων, σκέπτεσαι και την λεκτική βία των πολιτικών. Λέει η ίδια σε συνέντευξή της: «Πολιτικοί αλαλαγμοί, αντισυντροφικοί καβγάδες. Δεν κουβεντιάζουμε ήσυχα κι απλά. Πλακωνόμαστε με περισσή ευφράδεια στις μπηχτές. Ξεφτέρια να ηλεκρίζουμε, ανίκανοι να αποηλεκτρίζουμε τις εντάσεις».  Κι αλλού: «Δεν βλέπω λύπη ή ντροπή στα μάτια των πολιτικών μας. Μας φόρτωσαν τα δικά τους “σακιά” και μας ζητούν καπάκι να πληρώσουμε εμείς το μαύρο πολιτικό χρήμα και το κόστος της δικής τους υποταγής στα συμφέροντα».
Το βιβλίο ενώ είναι πρώτο σε πωλήσεις, είναι ευπώλητο, δεν είναι ούτε εύκολο ούτε εύπεπτο, ίσα ίσα είναι μια δυνατή γροθιά στο στομάχι του αναγνώστη. Με την εκλεπτυσμένη, όμως, χρήση του ελεύθερου πλάγιου λόγου, η Καρυστιάνη προφυλάσσει το μυθιστόρημα απ’ το μελοδραματισμό. Αντί  να μας προκαλέσει θλίψη και κατήφεια, μας προσκαλεί να ξεκινήσουμε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, μας ενθαρρύνει να σκαλίσουμε το μέσα μας.
Το βιβλίο είναι ένας συναγερμός προς όλους μας για το τι μπορεί να σημαίνει η απουσία αγάπης, η τσιγκουνιά στα αισθήματα.
Η γραφή της Καρυστιάνη ορμητική, με χρωματική ακρίβεια, με πληθωρική ευρηματικότητα, με  αφηγηματική μαεστρία. Διατρέχεις το βιβλίο με αγωνία και αμείωτη προσοχή. Μια γραφή σφυρηλατημένη, ελκυστική, γενναιόδωρη στον αναγνώστη.
Προσωπικά, είχα καιρό να εστιάσω με τόση αφοσίωση σ’ ένα μυθιστόρημα!
Πόπη Χριστάκου
Δασκάλα του 4ου Δημ. Σχ. Σπάρτης

ΔΕΙΤΕ ΤΑ ΟΛΑ ΣΤΗΝ ΚΑΤΗΓΟΡΙΑ PLUS +
του Ηλία Μακρή
Το κλίκ της ημέρας
του Ηλία Μακρή
oncologists.gr

Πρόσφατα Νέα